ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΓΚΕΡΝΙΚΑ

by alexandra.andriadi
0 comment
ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΓΚΕΡΝΙΚΑ

Η παρακάτω ιστορία είναι εμπνευσμένη από τον πίνακα “Γκουέρνικα” του Πάμπλο Πικάσο
και αντίστοιχα τον βομβαρδισμό της πόλης αυτής.





Η Πιλάρ προσπάθησε να περπατήσει μόνη της. Ο πατέρας της την ενθάρρυνε, καθώς είχε να κάνει κάτι μόνη της από την ημέρα που έχασαν την Ντολόρες. Η νεαρή κοπέλα περπατούσε στηριζόμενη σε ό, τι αντικείμενο μπορούσε να αγγίξει. Μονολογούσε συνεχώς για την απώλεια της μητέρας της και τις συνέπειες αυτής. Κατηγορούσε συνεχώς τον εαυτό της.

«Αν δεν ήμουν εγώ…» έλεγε και ξανάλεγε. 

Ο Μιγκέλ την πλησίασε και την σκέπασε με την ζακέτα που πέταξε από τους ώμους της νωρίτερα. Ντρεπόταν να του μιλάει, καθώς θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για τον χαμό της Ντολόρες. Εκείνος την φίλησε στοργικά στο μέτωπο. Μετά από μήνες ήθελε πια να την δει ανεξάρτητη. Στα πρώτα της κιόλας βήματα έπεσε πάνω σε μια καρέκλα. Ο Μιγκέλ έτρεξε κοντά της. Εκείνη τον έδιωξε με μια απότομη κίνηση των άκρων της και προσπάθησε άλλη μια φορά έχοντας τα ίδια αποτελέσματα.

«Θέλω να νιώσω τον αέρα της Γκερνίκα.» του είπε και βγήκαν μαζί έξω. 

Τον κρατούσε από το χέρι και περπάτησαν αργά. Έφτασαν ως το δασάκι που ήταν δίπλα στο σπίτι τους, όταν άκουσαν βογκητά. Ο Μιγκέλ άφησε την Πιλάρ σε ένα σημείο κι άρχισε να ψάχνει την πηγή του ήχου. Ένας άντρας κατάξανθος κείτονταν στο χώμα. Κοίταξε γύρω του. Δεν υπήρχε κανείς. Πήρε τον νεαρό στα χέρια του και τον κουβάλησε μέχρι το σπίτι.

Επέστρεψε να πάρει την κόρη του και την παρακάλεσε να είναι το μυστικό τους. Ο ξένος χρειαζόταν ηρεμία και ανάρρωση. Η Πιλάρ τού έκανε συνεχώς ερωτήσεις για τον απρόσμενο φιλοξενούμενο. Ο νεαρός μετά από μέρες άρχισε να συνέρχεται και να μιλάει σε μια άγνωστη για αυτούς γλώσσα, αλλά φαινόταν φιλικός. 

Η ένταση στην κωμόπολη αυξανόταν, οι άνθρωποι του τόπου ήταν αναστατωμένοι και γίνονταν συνεχώς συζητήσεις για τον πόλεμο. Έπειτα από μια βδομάδα, εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό, πατέρας και κόρη κατευθύνθηκαν προς το «δέντρο της Γκερνίκα», όπου ήταν συγκεντρωμένοι και οι άλλοι κάτοικοι. Ο νεαρός, που είχαν κρύψει στο σπίτι, μόλις τους είδε να απομακρύνονται έψαξε όλους τους χώρους, άρπαξε όσα πολύτιμα αντικείμενα μπορούσε να βρει κι έφυγε. 

Ο Μιγκέλ και η Πιλάρ έφτασαν στον προορισμό τους, χωρίς να φαντάζονται τι είχε μόλις συμβεί. Η κουβέντα που εξελισσόταν εκεί ήταν περί ελευθερίας. Εκείνη την ώρα, ο ήλιος κρύφτηκε και οι άνθρωποι σήκωσαν τα κεφάλια τους γεμάτοι απορία για τον ήχο που ερχόταν από τον ουρανό. 

Γερμανικά βομβαρδιστικά κατέκλυσαν το γαλάζιο τοπίο και οι άνθρωποι έτρεχαν σαν τα μυρμήγκια που διαλύεις τη ροή τους με βάρβαρο τρόπο. Το κόκκινο του αίματος έγινε κυρίαρχη εικόνα. Φωνές, ουρλιαχτά, κραυγές. Σώματα ξαπλωμένα, διαμελισμένα να εφάπτονται με το χώμα, μάνες κρατούν τα ξεψυχισμένα κορμιά των σπλάχνων τους και η αόρατη εξουσία να γελάει περιφρονητικά και κοροϊδευτικά από ψηλά. 

Ο Μιγκέλ ταρακουνούσε την Πιλάρ με όση δύναμη του απέμενε και αρνούνταν να πιστέψει ότι πια δεν άκουγε τη φωνή της, ότι δεν ένιωθε το στοργικό της άγγιγμα. Έχασε κάθε τι πλέον που τον συνέδεε με την Ντολόρες και οι κραυγές του πνίγηκαν στις χιλιάδες άλλες γύρω του. 

Οι ψυχές των λουλουδιών της Γκερνίκα μαράθηκαν από το βαθύ κόκκινο που έσταζαν τα δάκρυα του ουρανού. Σε αυτό μετατράπηκε η χώρα των Βάσκων.

0 comment
0

Για δες κι αυτα

Leave a Comment