ΟΤΑΝ ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΤΡΥΠΩΝΟΥΝ ΣΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ

by alexandra.andriadi

Τα σεντόνια μου αγκάλιασαν τους φόβους του Σαββάτου.
Αργά… μεθοδικά… μέχρις ότου τα βλέφαρά μου να βαρύνουν αρκετά για ν’ αποκοιμηθώ.

Τα βράδια -σαν και αυτό ενός τέτοιου Σαββάτου- είναι που ακουμπάει το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και φοβάμαι… Φοβάμαι μήπως οι σκέψεις και οι έγνοιες μου βρουν κάποια μονοπάτια για να τρυπώσουν στα όνειρά μου. Λες και το μαξιλάρι είναι μια πύλη μαγική και ό,τι σκέφτεσαι περνάει στο σκοτάδι. Κι όταν σε έναν τέτοιο άλλο κόσμο αφεθείς, δεν ξέρεις τι θα φέρει…

Την επομένη -μια όποια επομένη Κυριακή- που τελικά οι σκέψεις απ’ το σκοτάδι κατάφεραν να δραπετεύσουν, θέλησα μακριά να τρέξω… να τις αφήσω, να τις ξορκίσω. 

Κρατώντας ένα κουβαριασμένο σεντόνι με τις σκέψεις αυτές, βγήκα στο μπαλκόνι να φέρω πίσω την ανάσα μου που ήθελε να ξεφύγει. Όμως ο φθινοπωρινός αέρας, μου κράτησε συντροφιά φέρνοντάς μου ένα μήνυμα, μια υπενθύμιση.

«Είναι η εποχή της αλλαγής» ψιθύρισε καθώς άλλαζε συνέχεια κατεύθυνση και έπαιζε με τα μαλλιά μου.

Η ανάσα μου επέστρεψε, σχεδόν ζητώντας μου συγγνώμη που με λαχτάρησε.

Σκέφτηκα όλα τα όνειρα που με γεμίζουν φως και δύναμη. Όμορφα όνειρα… από αυτά που μου θυμίζουν όλους τους λόγους για τους οποίους ανασαίνω.

Άραγε αν ανοίξω το σεντόνι… θ’ απεγκλωβίσω όλα όσα έχω μαζέψει από το προηγούμενο βράδυ, όπως επίσης κι εκείνα που έχουν μείνει ξεχασμένα από άλλες εποχές;

Δίχως άλλη σκέψη τίναξα το σεντόνι, ώστε ο άνεμος να πάρει κάθε τι σκοτεινό που ενδεχομένως είχε απομείνει. Τότε, μέσα από αυτό εμφανίστηκαν άλλα πράγματα. Φωτεινά. Όνειρα, προσευχές και μια ελπίδα. Τους χαμογέλασα καθώς πετούσαν ψηλά και μακριά, σαν πεταλούδες έτοιμες ν’ ανακαλύψουνε τον κόσμο.

Ο άνεμος μού θύμισε πως ήρθε η στιγμή. Ήρθε η ώρα να αφήσω πίσω κάποια φύλλα· εκείνα που δε χρειάζεται πια να έχω στα κλαδιά μου.

Για δες κι αυτα

Leave a Comment

* By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.