Η «Άνοιξη» του Μποτιτσέλι

by alexandra.andriadi
0 comment
Η «Άνοιξη» του Μποτιτσέλι

Το ταξί άρχισε να αυξάνει ταχύτητα και τα ουρλιαχτά τής Αλίνας ακούγονταν απ’ όποιον δρόμο κι αν περνούσαν. Τα χέρια της δεν έφευγαν στιγμή από την κοιλιά της και έλεγε συνέχεια στον οδηγό να βιαστεί. Οι περαστικοί δεν προλάβαιναν να αντιδράσουν στις φωνές της νεαρής γυναίκας. Τα βλέφαρά της βάρυναν και τα μάτια της έκλεισαν. Ο οδηγός προσπάθησε να τη συνεφέρει μιλώντας δυνατά με ενθαρρυντικά λόγια, αλλά μάταια.

Η νεαρή γυναίκα ένιωσε τον ήλιο να καίει τα μάτια της, όπως όταν κοιμάται κάποιος και τον ξυπνάνε οι αχτίδες του ήλιου που τρυπώνουν από το παράθυρο. Δίστασε, έπειτα όμως άνοιξε αργά τα μάτια της και φάνηκε να μην καταλαβαίνει πού βρίσκεται. Άκουσε μια μελωδία και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Ένα ελάφι πέρασε δίπλα της και άπλωσε το χέρι της για να το χαϊδέψει. Τρεις κοπέλες καθόντουσαν στο γρασίδι, κρατούσαν τις φουσκωμένες κοιλιές τους και τραγουδούσαν έναν ύμνο για μια θεά σε τρίφωνο. Ένιωσε ένα αεράκι στη γυμνή της πλάτη και αναρίγησε. Κάπου απόμερα καθόταν μια γυναικεία φιγούρα και γύρω της χόρευαν μικρά παιδιά και χοροπηδούσαν. Σκέφτηκε πως ήθελε να πάει να την δει από κοντά, αλλά δεν ένιωθε πολύ σίγουρη για αυτή την κίνηση. Τελικά, πήρε την απόφαση, παρ’ όλο που τα πόδια της δεν ήθελαν να υπακούσουν στις εντολές του εγκεφάλου. Περπάτησε προς τα εκεί απ’ όπου φυσούσε το αεράκι. Η γυναικεία φιγούρα, η οποία της κίνησε το ενδιαφέρον, απομακρυνόταν όλο και περισσότερο.

Η Αλίνα μπήκε σε ένα πυκνό δάσος, όπου μπορούσε με δυσκολία να διακρίνει τον ουρανό. Μια σκοτεινή φιγούρα τής άπλωσε το χέρι και άρχισε να της μιλάει. Η φωνή του βαθιά, σχεδόν την κοίμιζε. Την πλησίασε περισσότερο κι όσο η φωνή του μάγευε τα αυτιά της τόσο τα μάτια της έκλειναν. Εκείνος άγγιξε την κοιλιά της κι αυτή άρχισε να μικραίνει. Ένα τσίμπημα έκανε την Αλίνα να βγάλει μια κραυγή. Το έδαφος άρχισε να τρέμει, σαν να είχε μόλις προκληθεί σεισμός. Τα κλαδιά των λουλουδιών, που βρίσκονταν γύρω-γύρω, τώρα, κινούνταν με γοργό ρυθμό προς τη φιγούρα. Τύλιξαν τους καρπούς της και τα χέρια της σκοτεινής μορφής και τα απομάκρυναν από την κοιλιά της νεαρής γυναίκας. Τότε εκείνη άνοιξε τα μάτια της.

Οι σταγόνες του ιδρώτα σε όλο της το πρόσωπο έμοιαζαν με διαμάντια που τα λούζει ο ήλιος. Αγκάλιασε τη φουσκωμένη της κοιλιά και έπεσε στο έδαφος θέλοντας να την προστατέψει. Η γη  απορροφούσε αμέσως τα δάκρυά της. Ένα πλάσμα, που άλλοτε δεν είχε ξαναδεί, τη σκούντηξε και της έκανε νόημα να το ακολουθήσει. Δίστασε, αλλά τα λουλούδια την χάιδεψαν στα μάγουλα και της τραγούδησαν να πάει, πως ήταν ασφαλής. Έξω από το δάσος την περίμενε ένας νεαρός και της υποκλίθηκε. Λίγο πιο δίπλα, στεκόταν η μακρινή γυναικεία φιγούρα περιτριγυρισμένη από όλα τα πλάσματα –ανθρωπόμορφα και μη-  που τόσο ήθελε να πλησιάσει νωρίτερα. Την περίμενε και είχε ήδη απλώσει το χέρι προς το μέρος της. Η Αλίνα κοίταξε αποσβολωμένη τη γυναίκα απέναντί της, η οποία αιωρούνταν μερικά εκατοστά από το έδαφος. Ανταπέδωσε την κίνηση και τα βλέφαρά της βάρυναν αμέσως, έκλεισαν μονομιάς.

“Έλα, καλή μου, έλα. Ώρα να ελευθερώσουμε αυτό το πλάσμα. Μπορούμε.” την ενθάρρυνε μια νοσοκόμα, η οποία στεκόταν δίπλα στην Αλίνα μόλις εκείνη συνήλθε.

0 comment
2

Για δες κι αυτα

Leave a Comment